Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

[Απ΄τόν πατέραμ'απ΄τόν πατέρα τ'].
-Νύκτα έπιασε ό αέρας,νύκτα τον έστειλε ό πατέραστ' στο Λουτράκι
να δει τη βάρκα. Ήταν καλά δεμένη;¨η θα την έπαιρνε το κύμα.
Ενιά-δέκα χρονών παιδί? Πάενε και στο μυαλό του ρχονταν οι ιστορίες
πού λεν το χειμώνα οι μεγάλοι για νεράϊδες,στοιχιά,φαντάζματα.
Και το φεγγάρι πότε κρυβόταν απ΄τά σύννεφα πότε φανερωνόταν γεμίζοντας
το τόπο με αλλόκοτα σχήματα και σκιές.
-Κοντά στη Βίγλα αλαφιάστηκε.Μροστάτου ένας πελώριος γίγαντας τού
έφραζε το δρόμο .Με τα χέρια ανοικτά.
-Το αίμα του πάγωσε?. Όμως να γυρίσει πίσω;
-Θα τον λέγανε κιοτή. Άσε το ξύλο απτό πατέρα τού; .Να πάει μπροστά;
μικρό παιδί;. Μάζεψε το κουράγιο του κι'άποφάσισε?.
Πίσω δε γύρναγε? Όποιος έτρωγε τον άλλον. Έκλεισε τα μάτια με το
χέρι του και ορμηξε με κραυγή πάνω στο γίγαντα να τον ξαφνιάσει,νά περάσει.
-Άκουσε μόνο τον κρότο πού έκανε το κεφάλι του πάνω στο κορμό μιας
ξερής μυγδαλιάς πού με το φεγγάρι τού φάνηκε γίγαντας.
-Συνηλθε από ώρα και τρίβοντας καρούμπαλο πήγε στη δουλειά του.

Το χαρίζω στην ανηψιά μου που ξέρω πως με διαβάζει απ το εξωτερικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου