Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Μεγαλέξαντρος





Από το παλιό μπλοκ

Παραμύθι για το μέγα Αλέξανδρο.

από γέρο πού τόχε ακούσει παιδί άπ΄άλλο γέρο.

-Όταν ό μέγα Αλέξανδρος έφθασε στις Ινδίες κί΄ακόμα παραπέρα, μπήκε σ΄ένα δάσος πού ήταν απόλυτο σκοτάδι,το απόλυτο σκότος.
-Μέρες βάδιζαν.
Σκοτάδι άσβος.
Φοβήθηκαν οί στρατιώτες.
Πήγαν με τα παρακάλια στο βασιλιά.
-Να μας γυρίσεις πίσω.
Εδώ θα χαθούμε.
-Καλά, λέει ό Μεγαλέξαντρος.
Θα αφήσουμε τ'άλογα πού θυμούνται το δρόμο να μας πάνε σπίτια μας.
Όμως σκύψτε και ότι πιάσεται από χάμω , πάρτε το για ενθύμιο.
-Όταν βγήκαν στα φως άλλος είχε πετράδι ,άλλος πέτρα, άλλος ξύλο, όλοι κάτι είχαν.
Ο Αλέξανδρος είχε μια νεκροκεφαλή, ένα καραμπάτσι.
-Θάνε σημάδι απ΄τόν ουρανό, είπε.
Όταν πήγε στο παλάτι , βάλθηκε να το περιεργάζεται προβληματισμένος.
Τό κοίταζε άπ΄εδώ το κοίταζε άπ΄εκεί , μυστήριο;
Το έβαλε σε μια ζυγαριά και άρχισε παίζοντας να ρίχνει φλουριά στην άλλη μεριά να δει τι βάρος έχει.
Πράγμα περίεργο.
Όσα φλουριά κι΄άν έριχνε το κεφάλι βαρύτερο.
Έριξε όσα είχε, όλη την κασέλα, όλο το θησαυροφυλάκιο , το καραμπάτ'ς πιο βαρύ.
-Φώναξε όλους τούς σοφούς τού βασιλείου ,κανένας δε ξηγούσε το θαύμα.
-Μόνο ένας γέρος σοφός πήρε ένα κομμάτι μαύρο πανί και το σκέπασε.
-Αμέσως αλάφρωσε, σηκώθηκε, και το χρυσάφι πήγε κάτω.
-Βλέπεις βασιλιά, όσο έβλεπε να ρίχνεις χρυσό δε το χόρταινε ας είναι και κρανίο.

Ηπειρώτικο μοιρολόι

Popout

Τάσος Χαλκιάς

Αρνιά ¨η λυκοι

Παντού τα σκυλιά φυλάνε τα αρνιά.




















Εδώ τα αρνιά κάναν πραξικόπημα.










Κλείσανε τους φύλακες στα σίδερα και τους φυλάνε.

Αμυγδαλιά



Να'σαι καλά αμυγδαλιά που μας δείχνεις πως θα'ναι η άνοιξη.

Τ' αρνιά μ'

αγαπη

.






Ποιος έχει δυο αγαπητικές
θέλει σαράντα μαχαιριές
ποιος έχει τρεις και τέσσερις
θέλει σαραντατέσσερις
ποιος έχει μια και μοναχή
να ζήση και να τη χαρεί.


Δημοτική ποίηση




Άλλη εκδοχή ποιο ελαφριά.



Ποιος έχει δυο αγαπητικές
έχει χαρά μεγάλη
όταν μαλώσει με τη μια
πηγαίνει με την
άλλη.



Άκου ποιος έχει μια και μοναχή???
Μα το μια , ίσον καμιά
Στις τρεις και στις τέσσερις άκουσον- άκουσον σαραντατέσσερις μαχαιριές
Βέβαια δεν μας λέει ποιος θα του τις δώσει
Γιατί εδώ που τα λέμε και οι αγαπητικές μαχαιρώνουν.
Και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία.

Αφιερωμένο εξαιρετικά στα άτακτα παιδιά και κορίτσια του διαδυκτίου

ΚΗΦΗΝΑΣ



Τα νέα μου μελίσσια

Ο ΚΗΦΗΝΑΣ


Τόσα χρόνια που ασχολούμουν με τη μέλισσα (περ. 30) δεν καταλάβαινα και θύμωνα με τον τρόπο που φέρονται μερικές φορές τα θηλυκά της κυψέλης στους κηφήνες.
Όταν ιδιαίτερα τους πετάνε έξω (σε περιπτώσεις πείνας) και αυτοί κλαψουρίζουν προσπαθώντας να ξαναμπούν, αλλά μάταια, οργιζόμουν και τα έβαζα με τις μέλισσες.
Σιγά σιγά όμως κατάλαβα πως όλα αυτά είναι πινελιές που συνθέτουν τον μεγάλο πίνακα της ζωής.
Είναι δηλαδή ενταγμένα σε κάποιο σκοπό.
Δεν είναι σκληρή και ανάλγητη τη βασίλισσα που ευνουχίζει τον κηφήνα.
Πρέπει να μάσει σε λίγη ώρα αρκετή ποσότητα σπέρματος στην σπερματοθήκη της για 2-3 χρόνια.
Οι ίδιες εργάτριες που συνήθιζαν να τρέφουν τα αδέλφια τους τους κηφήνες στο στόμα (είναι από τη φύση ανίκανοι να τραφούν μόνοι τους) τους πετούν έξω από τη κυψέλη σε φτώχεια, για να μειωθούν τα στόματα.
Και είναι αδέλφια κατά το ήμισυ τα θηλυκά και τα αρσενικά της κυψέλης.
Και λέω κατά το ήμισυ γιατί ενώ το θηλυκό έχει μάνα- πατέρα, το αρσενικό έχει μόνο μάνα.
Δηλαδή η μάνα- βασίλισσα κάθε φορά που θα γεννήσει ένα αυγό με όλη την ιεροτελεστία που προηγείται (επιθεώρηση κελιού κ.τ.λ.) και το κολλήσει στη βάση τού κελιού θα αφήσει πάνω του μικρό μέρος σπέρματος κηφήνα από την σπερματοθήκη της που γέμισε στο γαμήλιο ταξίδι της.
Το ένα και μοναδικό.
Αυτό το αυγό θα εξελιχθεί σε τέλειο θηλυκό έντομο (εργάτρια-βασίλισσα), ανάλογα με τις ανάγκες της κυψέλης και την διατροφή που θα του δώσουν οι τροφοί μέλισσες.
Αντίθετα στον κηφήνα δεν θα ρίξει σπέρμα και το αγονιμοποίητο αυγό θα γίνει κηφήνας.
Ένας κηφήνας που μόνο σκοπό στη ζωή του έχει να γονιμοποιήσει.
Γι'αυτό ζεί, γι'αυτό υπάρχει ,αφήνοντας όλα τα άλλα στις θηλυκές αδελφές του.
Που και πιο έξυπνες είναι και πιο πολύ αφοσιωμένες στο καθήκον.
Δηλαδή κατάλαβα πως τουλάχιστον στις μέλισσες το μέν αρσενικό μόνο σκοπό έχει στη ζωή του να.... το δε θηλυκό και τη διατήρηση της ζωής στη κυψέλη.
Γι'αυτό παίρνει καμιά φορά αποφάσεις που φαίνονται σκληρές.
Και βέβαια μόνο αυτή έχει κεντρί με δηλητήριο.
Οι αρσενικοί μόνο φασαρία είναι.
Αυτά βέβαια ισχύουν μόνο στο κόσμο των μελισσών.

Οι εκπληκτικές βασίλισσες των μελισσων.
























Αγρια Ξανθιά καλονή.

Και η συνοδία της























μελαχρινή θεά .

με τις κυρίες επι των τιμών

Τα περίεργα στη γονιμοποίηση των βασιλισσών στις μέλισσες.
Και ο άδικος θάνατος των κηφήνων.



Η “μάνα” ¨η αλλιώς βασίλισσα που την ξέρουν οι πιό πολλοί είναι ένα υπέροχο έντομο – θηλυκό.
Προέρχεται από μετάλλαξη (αποτέλεσμα βασιλικού πολτού) και είναι πολύ μεγαλύτερη από τις αδερφές της μέλισσες.
Ξανθιά ¨μελαχρινή (εξαρτάται από τη φυλή) χρυσίζει το δέρμα της και έχει ένα απαλό χνούδι..
Δεν υπάρχει μελισσοκόμος να μη νοιώθει ερωτική διέγερση στη θέα της.
Περπατά με χάρη- αρχοντιά και μάλλον γι'αυτό τη λένε βασίλισσα.
Από τη στιγμή που θα γεννηθεί αυγό, σε 14 μέρες είναι πλήρες έντομο.
Στις 20-24 μέρες θα βγει για γονιμοποίηση.
Θα φύγει από τη φωλιά της κάνοντας πρώτα κύκλους για να θυμάται την επιστροφή και θα κατευθυνθεί σε κάποια μέρη (συνήθως κοιλάδες) πού τα λέμε τόποι σύζευξης βασιλισσών.
Εκεί θα βρει χιλιάδες κηφήνες να πετούν ΄χαλώντας τον κόσμο από την ανυπομονησία τους .
Ο πιό γρήγορος θα συνευρεθεί μαζί της στον αέρα.
Ένα μεγάλο μέρος από τούς κηφήνες είναι ανίκανοι για έρωτα και συνοδεύουν το ζευγάρι πέρνοντας μάτι και δημιουργώντας ασπίδα προστασίας από εντομοφάγους εχθρούς.
Στη πιό σπουδαία στιγμή του έρωτα η βασίλισσα με μιά απότομη κίνηση αποσπά τα γεννητικά όργανα από το κορμί τού κηφήνα ( τα οποία συνεχίζουν να συστέλλονται στέλνοντας σπέρμα στην σπερματοθήκη της) και αρχίζει να ψάχνει για άλλον εραστή χωρίς να γνοιαστεί πού ο πρώτος σε λίγο θα είναι νεκρός.
Αυτό θα συμβεί 12- 14 φορές στη διάρκεια της μιας και μοναδικής πτήσης.
Μετά θα γυρίσει στη φωλιά της και αφού οι μέλισσες (κυρίες επί των τιμών ) την καθαρίσουν θα ξεκουραστεί, θα φάει καλά και σε 3-5 μέρες θα αρχίσει το θαύμα της ωοτοκίας.
Με απασχόλησε πολλές φορές ο σκληρός τρόπος που αντιμετωπίζει η βασίλισσα το αρσενικό.
Με τη βοήθεια των 60 χρόνων μου κατάλαβα πως είναι ενταγμένο σε μια αναγκαιότητα.
Και ότι απλώς ακολουθούν όλοι τις προσταγές της μάνας φύσης.
Αυτός είναι και ο λόγος πού οι κηφήνες ζούνε με τη λαχτάρα να αξιωθούν να συν ευρεθούν μια φορά, έστω και αν αυτό σημαίνει το θάνατό τους.

Η ομορφιά

Πρίν κάνω εγχείρηση η οραση μου είχε λιγοστέψει πολύ.
Γκρεμιζόμουν συχνά και καμιά φορά χτυπούσα.
Αναγκαζόμουν να αναπληρώνω το κενό με τα μάτια της ψυχής μου.
Έβλεπα λοιπόν ωραία πράγματα ¨η μόνο ωραία.
Ωραία σχήματα, χρώματα, έργα.
.




















Την ομορφιά της φύσης,



















του έρωτα.


















των λουλουδιών,
Γενικά ήμουν "ευτυχισμένος" άνθρωπος.

Μετά την εγχείρηση άρχισα να βλέπω καλά.
Η όρασή μου επανήλθε.
Βλέπω λοιπόν τη φτώχια,
τη μιζέρια ,
τη δυστυχία,
τον πόλεμο,
το αίμα να χύνεται σα νερό.
Και βέβαια τον εαυτό μου στον καθρέπτη.
Και τρόμαξα!!!.

Μήπως γιατρέ με μιά καινούρια εγχείρηση
μου ξαναπάρεις το παραπανίσιο φως??.
Δεν μου χρειάζεται.
Δεν το θέλω !!

Σκιάθος Κεχριά.












Πρίν λίγες μέρες είχα την τύχη να γνωρίσω ακόμα μια φορά τη Σκιάθο.
Τη Σκιάθο του πολιτισμού, των τεχνών και των γραμμάτων.
Τη Σκιάθο που παρά και ενάντια στην επίθεση από τον εύκολο πλουτισμό και την αλλοτρίωση αντιστέκεται.
Και αντιστέκεται με επιτυχία γιατί έχει μνημεία (φυσικά και τεχνικά ) με ιδιαίτερη ομορφιά.
Όπως το Μοναστηράκι της Κεχριάς που βρίσκεται στο ομώνυμο ρέμα που κάποτε τα νερά του κινούσαν ελαιοτριβείο με υδροκίνηση.
Το εσωτερικό του ναού με το παλιό ξυλόγλυπτο τέμπλο (πάνω από 500 χρόνων) και τις τοιχογραφίες.

Μελισσοκομικές αναμνήσεις.




Αγία σενδόνη.

Λίγο μετά το 90 με τον ανηψιό μου το Νίκο (βοηθό τότε στα μελίσσια και τώρα γεωπόνο)
βρεθήκαμε στα Γιαννιτσά νύχτα πηγαίνοντας για Σκυδρα να πάρουμε βάζα για τη συσκευασία μελιού.
Ταξιδεύαμε με το μελισσοκομικό φορτηγό 813 πολλές ώρες προερχόμενοι από τα Βαρδούσια. Στα Γιαννιτσά έχω μια φιλική οικογένεια, από τις καλύτερες στον τόπο.
Θεώρησα καλό να τους πάρω τηλ. (ήταν και η ώρα ακόμα κατάλληλη) και να τους χαιρετίσω
Αυτοί μου ζήτησαν να πάμε σπίτι για ένα κρασί.
Το ένα έγινε δυό – τρία και μας πήρε πολύ η ώρα.
Ήταν εξαίρετη η παρέα, εκλεκτοί οι μεζέδες, πινόταν ευχάριστα το κρασί,πέρασε η ώρα, βαρύναμε κιόλας και όταν πήγαμε να φύγουμε δεν μας άφησαν.
------ Να θα στρώσουμε εδώ να να πλαγιάσεται κανα δυο ώρες και μετά πάτε στη δουλειά σας.
Μας στρώσανε άσπρα σεντόνια,μαξιλάρια και κοιμηθήκαμε.
Το πρωί με το χάραμα σηκωθήκαμε να φύγουμε.
Από τα καυσαέρια του δρόμου και τη μουντζούρα τα σεντόνια είχαν τη ζωγραφιά μας επάνω.
Δεν τόλμησα να ξαναπάω στα Γιαννιτσά.

Οι καλικάντζαροι.








Οι καλικάντζαροι.


Όπως το έλεγε η μάνα μου σε μένα και στα παιδιά μου.

Παραμονή των Φώτων.
Η θειά το Σημινάκι σηκώθηκε παράωρα εκείνο το πρωί.
Είχαν συνεννοηθεί με τη θειά το Δεσποινάκι από το Μύλο να φουρνίσουν στο δικό της φούρνο τα ψωμιά.
Χήρες και οι δυό να μην καίνε δυο φούρνους, δεν ήταν δα και τα πολλά καρβέλια!
Είχε αναπιάσει το προζύμι από βραδύς και σηκώθηκε νύχτα να ζυμώσει .
Δεν πήρε είδηση πως λάθεψε την ώρα και πως ήταν ακόμα μεσάνυχτα και παίρνοντας την πινακωτή στον ώμο με τα ψωμιά , έφυγε από το Μαχαλά να ρθεί στο Μύλο να τα φουρνίσουν.
Στο τρίστρατο στο ρέμα τη πιάσανε οι καλικάντζαροι.
Μια παρέα διαφόρων μεγεθών ξωτικά με όρεξη να κάνουν σκανταλιές.
Ήταν ένας μεγάλος μαυριδερός αρχηγός και είχαν στη παρέα και ένα κουτσό καλικάντζαρο.
Τον είχε σημαδέψει ένας μυλωνάς με ένα δαυλί όταν πήγε να τον πειράξει.*
--Γριά θα μας πεις τραγούδι να χορέψουμε.
Η γριά φοβήθηκε. Τί να κάμει.?
Να τους πεί τραγούδι.
Πονηρή όμως σαν όλες τις γριές άρχισε να τους λέει (του λιναριού τα βάσανα και του Χριστού τα πάθη) που ήταν μεγάλο τραγούδι , μήπως και ξημερώσει στο μεταξύ και γλυτώσει.
---Το λιναράκι, το λιναράκι το σπεέρνανε, έλεγε η γριά.
--Το λιναράκι το σπέρνανε , οι καλικάντζαροι με πιό μπάσα φωνή.
Και δόστου να χορεύουν με τον μεγάλο καλικάντζαρο μπροστά και τον κουτσό στο τέλος.
--Το λιναράκι το βοτανιίζανε, η γριά.
Επαναλάμβαναν το ίδιο οι καλικάντζαροι.
---Το ποτίζανε, η γριά
Το θερίζανε.
Το βάζαν στο νερό.
Το μαγκανίζανε.
Το χτενίζανε.
Και όλη τη διαδικασία μέχρι το φυτό να γίνει ρούχο.
Οι καλικάντζαροι το καταδιασκέδαζαν χορεύοντας.**
Ακόμα και δυό φορές που λάλησε κόκορας δεν τους ένοιαξε.
-Μαύρος είναι κι'ας λαλεί.
Κα δόστου η γριά η πονηρή να μην τελειώνει το τραγούδι με το λιναράκι περιμένοντας να λαλήσει ασπροκέφαλος κόκορας ( προάγγελος της αυγής) και να φύγουν τα ξωτικά , να λευτερωθεί.
Μέχρι που λάλησε ο ασπροκέφαλος.
Ο μεγάλος καλικάντζαρος έδωσε αμέσως το σύνθημα .
--Φεύγετε να φεύγουμε, τι έρχεται ο παπάς με τον αγιασμό και η παπαδιά με το θερμό!
μη διευκρινίζοντας πιό από τα δυό φοβόταν περισσότερο.
--Τρεέχα κ'τσέ μη μας προλάβουν.
Μέχρι που μπήκαν στα καρυδότσουφλα που είχαν για βάρκες καί χάθηκαν από κεί που'ρθαν, τουλάχιστον μέχρι του χρόνου το δωδεκαήμερο.



*Είχε βλέπεις στο Κεραμωτό τα παλιά χρόνια ( τότε που ζούσαν αντάμα ανθρώποι και ξωτικά) νερόμυλο.
Παραμονή Χριστουγέννων ο μυλωνάς αφού σιγουρεύτηκε πως οι πέτρες του μύλου αλέθουν το κριθάρι σωστά (ούτε πολύ γρήγορα και βγεί το αλεύρι χοντρό, ούτε πολύ αργά και χασομερά) και όλα δουλεύουν ρολόι , σούβλισε ένα κομμάτι κρέας να το ψήσει στη παραστιά.
Τότε φάνηκε ένας μικρός μαυριδερός καλικάντζαρος που σε μια σούβλα από κλαδί είχε σουβλίσει ένα βάτραχο.
Κάθησε στο άλλο παραγώνι και άρχισε και αυτός να ψήνει το μεζέ του.
Όταν από το κρέας που ψηνόταν άρχισε να στάζει το λίπος και να μοσχοβολά , ο καλικάντζαρος ακουμπούσε το δικό του κοψίδι πάνω στο κρέας του μυλωνά για να πάρει νοστιμιά.
Ο μυλωνάς αφού του είπε μια δυό να μην το κάνει και ο καλικάντζαρος δεν άκουγε θύμωσε και τον σούβλησε με ένα δαυλί από τη φωτιά.
Από αυτό το περιστατικό ο καλικάντζαρος έμεινε κουτσός.
**Κάποιοι άλλοι που διηγούνται την ιστορία λένε πως σε μια στιγμή εκεί που χόρευαν γυμνοί (γιατί δεν ακούστηκε καλικάντζαρος να φορά ρούχα, και απαίτησαν και από τη γριά να γδυθεί) ο μεγάλος βαρέθηκε το τραγούδι της γριάς (για το λιναράκι, όλο τα ίδια και τα ίδια) και θέλησε να πεί και αυτός ένα τραγούδι.
Είπε λοιπόν το πιο κάτω με μπάσα βραχνή φωνή βλέποντας τη γριά τσίτσιδη .
-Όσοι πειρασμοί κι'αν είδα , ΄τέτοιο πειρασμό δεν είδα
γύρω γύρω μουστακιές και στη μέση αχειλαριές.
Αλλά για αυτό όρκο δε παίρνω.
Μπορεί να είναι κακοήθειες πού λέγονται στα χωριά.

Πως πήγαμε σ'ν Αμερική




Παλιά το χωριό μου η Γλώσσα είχε πολλούς μετανάστες.
Πριν το 1850 έφευγε κόσμος για κάθε γωνιά του πλανήτη.
Μερικοί παίρνανε τα ονόματα από τα μέρη που πήγαιναν.
Λιποβάνος από τη Λιθουανία
Καναδιάνος από το Καναδά..
Άλλοι φέρναν γυναίκες από τα ξένα μέρη.
Αραπίνες (τα μαύρικα που λέμε)
Ινδιάνες από το Περού, Κινέζες από τη Μαντζουρία κ.τ.λ.
Ακόμα γεννιούνται παιδιά με χαρακτηριστικά των γιαγιάδων τους .
Μετά τόσες γενιές.
Μερικοί φέρναν και ξένες συνήθειες όπως.
Κοτσίδι σαν κινέζος μανταρίνος.
Εχω ακούσει από τον πατέρα μου πως στο κάτω Κλήμα σύχναζε στον (τσιτσίραφλο ) ένας γέρος με κοτσίδα
Άλλος είχε σκουλαρίκι.
Άλλος είχε τα πιστόλια στη μέση.
Μάλιστα στη συνοικία ( Κακοσούλι) κάθονταν , λέει , οι γέροι στις πεζούλες και παραβγαίνανε στο σημάδι με τα πιστόλια.
Λένε για ένα γέρο που δεν άφηνε μπούμπουνα (είδος μεγάλης σφήκας) ζωντανό με τις σφαίρες.
Γι'αυτό η ερώτηση από τους μικρούς στους μεγάλους ( πως πήγατε μπάρμπα σ'ν αμερική) ήταν συχνή.
Για να μαθαίνουν οι νέοι και μερικές φορές να πειράξουν τα γερόντια.
Οι απαντήσεις περίεργες και μερικές φορές καλές
Η πιο συχνή ήταν πως πήγαν μέσα σε κοφίνι.
Καμιά φορά σαν τη πιο κάτω.
=================

Πώς πήγαμε σ΄ν αμερική.
-------------------------
(Απ΄τόν πατέρα μού πού τ"ακουσε απ΄τσ΄παλοί).
-Ταξιδέυαμε μ'ένα σπανιόλικο τρικάταρτο φορτωμένο κρασιά για Αμερική.
Ήταν και πασαντζέρικο.
-Στη μέση τού ωκεανού φορτούνα, κακό, κυκλώνας.
-Το πλήρωμα εγκατέλειπε το πλοίο.
Θα βούλιαζε.
Μεγάλες αβαρίες.
-Η βάρκα δέ χώραγε τούς επιβάτες.
Εγώ τι να κάμω;
-Αδειάζω ένα βαρέλι απ΄τό κρασί,το ξεφουντώνω (τή δ'λιά τη ξέραμε
όλοι στο νησί) μπήκα μέσα και το ξαναφούντωσα.
-Βούλιαξε το καράβι, με πήραν τα κύματα, τα ρέματα, ο αέρας με έβγαλαν στη Φλώριδα.
-Κ'τάζω άπ'τ'ν όκνα , ένα κοπάδι βόδια βοσκούσαν δίπλα στην άμμο.
-Περίμενα νά περάσει ένας μεγάλος ταύρος, και πιάνω τ'ν ουρά τ'
τ'ν τ'λύγω δυο φορές στο χέρι μ' καί τραβώ το χέρι μ' μέσα.
-Το ζώ ενοχλήθηκε, πόνεσε, άρχισε να τρέχει.
-Μπροστά ό ταύρος πίσω το βαρέλι.
-Έτρεχε, έτρεχε, πόσο;
Θα σι γελάσω?
-Φθάνει στη Νέα Υόρκη.
-Από 'δώ χτύπαγε τό βαρέλι άπ'εκεί χτύπαγε έσπασε και βγήκα στην πέμπτη λεωφόρο.

================
-Σημειώσεις
-----------
-Πασαντζέρικο=έπαιρνε και επιβάτες
-Αβαρίες=ζημιές
-Ξεφούντωμα=βγάλσιμο τής μιάς ίσας πλευράς.
-φούντωμα=βάλσιμο τής ίσιας πλευράς.
-Όκνα=μεγάλη τρύπα τού βαρελιού για να γεμίζει κρασί.

Ζήσης Οικονόμου



Ένας μεγάλος κοντοχωριανός (Σκιαθίτης ποιητής)

Σαν το τίποτα
Όλα να τ'άφηνες που σε κρατούν
δέσμιο στις πόλεις
σου αρκεί μια στέππα ως πέλαγος
μια πάμπα απέραντη σβησμένη
στων οριζόντων το αχανές
μια καλύβα στη μέση πρωτόγονη
στην πιο παρθένα γη της γης
μοναχικός, χωρίς σκοπό,
τις μέρες να ζεις κυανές
γεμάτες αέρα και χρώμα.
Νάναι η ζωή σου ηλιοτρόπιο
την τροχιάν ακολουθώντας.
Και νάναι τόσο λεπτός,
τόσο ανεπαίσθητος ο εαυτός σου.
Ζήσης Οικονόμου

Ευχαριστώ




Φέτος στη γιορτή
μου πήρα πολλά
δώρα- ευχές.
Και αγκάθια.
Τους ευχαριστώ όλους
και αυτούς που στείλαν και αυτούς που θέλαν να στείλουν και δε μπορέσαν.
Ευχομαι σε όλους καλές γιορτές και καλή χρονιά.

αναμνήσεις








Αναμνήσεις από τους παππούδες μας


Να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι
Να μη λέμε πως οι παλιοί ήταν καλύτεροι.


Μετά από πολλά χρόνια παραμονής στα ποτάμια τού Καναδά και της Αμερικής ήρθαν στο χωριό τα αδέρφια .
Εκεί στα ξένα γυρεύαν το σολομό, τη γαρίδα.
Όσα λεπτά βγάζανε με τα σαπιοκάικά τους τις καλές μέρες τα τρώγανε την εποχή που πιάνανε τα σουέλ.*
Όμως όπως κάνανε όλοι οι εξ Αμερικής ήρθαν στο χωριό από το επίνειο συντροφιά με τα όργανα.
Μεθυσμένοι και τούς συνόδευε το μισό χωριό.
Ίσως και να φοβούνταν τις γυναίκες τους όμως.
Μπροστά στον κόσμο αισθάνονταν πιό ασφαλείς.
Ο μπάρμπα Βαγγέλης ήταν τελείως άφραγκος και σακάτης.
Ο αδερφός του ο Γιωργάκης έφερε 30 χρυσά δολάρια.
Γιαυτό και του κολλήσανε στο χωριό το παρατσούκλι -Τριάντας-
Μ'αυτό πήρε ένα σαπιοκάραβο μικρό αλλά με άλμπουρο και προσπαθούσε να πορευτεί.
Και είχε άλμπουρο γιατί τότε δεν ήταν εύκολες οι μηχανές.

Πανάκριβες.
Με πλήρωμα τον αδερφό του και έναν άλλον -σακάτη- τον Αποστόλη .Λ. που τον καταστρέψανε οι μαλαφράντζες** και είχε φάει τα λεπτά του στα σπιτάλια*** στη ξενητιά για να γιατρευτεί.
Του είχαν μείνει βέβαια κουσούρι τα πρηζμένα γεννητικά του όργανα.
Πήγαιναν στο Λουτράκι και μέσα στο καΐκι αρχίζανε ατέλειωτες συζητήσεις για το τι ταξίδι θα κάναν και τι θα εμπορεύονταν.
--Να πάμε στο Ξεροχώρι για κρεμμύδια.
--όχι στο Όρος για ξυλεία
--Στα Σκάντζουρα για τυρί
---Στό Λουδία για σιτάρι
Γρήγορα βαριούνταν και αρχίζανε να οργανώνουν το ταξίδι της επιστροφής στην Αμερική.
Εκεί συμφωνούσαν όλοι.
Δύσκολα τα πράγματα στην Ελλάδα.
Οι γυναίκες είχαν μάθει να πορεύονταν μόνες τους.
Και τώρα που είχαν μεγαλώσει τα παιδιά μάλλον για βάρος τούς βλέπανε.
Τα παιδιά είχαν τραβήξει το δρόμο τους δε τούς χρειάζονταν.
---Να πάρουμε πολύ νερό
---Καί μπακαλιάρο “ο μπάρμπα Αποστόλης που τού άρεσε ο μπακαλιάρος”
Μετά βαριούνταν και το γυρίζαν στις θύμησες.
Αναμνήσεις αληθινές και ψεύτικες από τα ταξίδια τους
---Είδα ένα φίδι στο Καναδά”έλεγε ο μπάρμπα Αποστόλης” πελώριο,(και έδειχνε πάνω από δέκα μέτρα) με ένα κεφάλι τέτοιο. (και έδειχνε με τα δυό του χέρια )

Ανοιγόκλεινε τα σαγόνια του , να έτσι: ( και έδειχνε και με τις δυό του φούχτες.)
Οι άλλοι τον κορόϊδευαν.
---Στο Καναδά δεν έχει τέτοια φίδια.
Θύμωνε, έκανε να φύγει, του πέρναγε , ξανάρχονταν.
Αυτό γινόταν καθημερινά

Έτσι γεμίζανε τις μέρες τους
Με όνειρα και αναμνήσεις από τα παλιά
Μέχρι που το σαπιοκάραβο βούλιαξε μέσα στό λιμάνι και τα γερόντια σταμάτησαν να κατεβαίνουν στη θάλασσα και να ονειρεύονται ταξίδια και περιπέτειες.
Έμειναν στο χωριό και μαράζωσαν μέχρι που τους πήρε ο Χάρος.


*Σουέλ= κακοκαιρίες του ωκεανού.
**μαλαφράντζα=σύφιλη.

Εικονοστάσι

Nov 30, 2008 4:36 PM










Εικονοστάσι.


Από μικρό παιδί ήμουν ξετρελαμένος με τις ασκητικές μορφές των αγίων κρεμασμένες στο οικογενειακό εικονοστάσι. Με το καντήλι τους (εφεύρεση και αυτή με το φιτίλι να πλέει σαν καράβι μέσα σε μια θάλασσα από λάδι και νερό) και που τις πρωινές ώρες, αφού το λάδι είχε σχεδόν καεί, να τσιτσιρίζει πριν σβήσει.
Πάντα πίστευα πως αυτές οι μορφές αγίων ήταν μεγάλοι ευεργέτες για το γένος των ανθρώπων και τους έπρεπε κάθε τιμή και δόξα.
Αφού παρά τη φτώχεια μας τους προσφέραμε ένα σημαντικό μερίδιο από το πολύτιμο λάδι που είχε η οικογένεια να πορευτεί.
Ένα λάδι που στο τραπέζι με μεγάλες οικονομίες έμπαινε.





















Μετά όταν μεγάλωσα και έμαθα για την επανάσταση του -21-, άρχισα σιγά σιγά να βλέπω τούς ήρωες της σαν υπέροχες μεγάλες μορφές.. Άνθρωποι που δε γνώρισαν λευτεριά και δεν ξέραν γράμματα, ξεσηκώθηκαν γ'αυτήν και μάλιστα ¨η θα την αποκτούσαν ¨η θα πέθαιναν.
Σιγά σιγά λοιπόν μεγάλοι ασκητές- στυλίτες, μοναχοί,δεσποτάδες ¨η ηγεμόνες που αγιάστηκαν κοιτώντας τον αφαλό τους ¨η δωρίσανε στην εκκλησίες Βιστονίδες και αυτή τους ανακήρυξε αγίους, άρχισαν να ξεπέφτουνε στα μάτια μου.
Όταν δε έκανα σπίτι δικό μου, δειλά -δειλά , επειδή μου άρεσε το εικονοστάσι( ένας χώρος ιερός που προσεύχεται η οικογένεια) έβαλα την εικόνα του Διάκου και του υπέροχου Καραϊσκάκη
Μετά και άλλες μορφές, Κανάρης, Νικηταράς, άγιος Κολοκοτρώνης, Μιαούλης κ.α.



















Ταυτόχρονα έψαξα να βρω μορφές ηρωικές απο τον ανώνυμο ήρωα, όπως του Πατατούκου.
Αλλά δεν βρήκα.
Και δεν ξέρω γιατί , αλλά όσο περνά ο καιρός αυτή η προγονολατρεία με καταλαμβάνει περισσότερο.
Και ίσως να είναι που στούς χαλεπούς καιρούς που ζούμε και που ο καθένας κοιτά το τομάρι του και τη βόλεψή του, με συγκινεί η σκέψη πως μια ντουζίνα άγνωστοι ηλιοκαμένοι άντρες, με μια σακολέβα γεμάτη φρύγανα και ρετσίνες , ξεκινούσαν να κάψουν τον μεγάλο στόλο του σουλτάνου και μάλιστα μέρα μεσημέρι..
Καί -ω!του θράσους!!- μερικές φορές τα καταφέρανε.
Αφήνω λοιπόν τους άλλους να κρεμνάνε στα εικονοστάσια τους τους (Εφραίμιους και Αρσένιους) και γω θα κρεμώ τούς Πατατούκους (αυτός δίδαξε να φτιάχνουν πυρπολικά).
Θα ανάβω κερί στο γυιό της καλογριάς (που έλεγε πως είναι μούλος- μπασταρδος) και σε κάθε παλικάρι που οραματίστηκε σήμερα να είμαστε ελεύθεροι και να κάνουμε ότι μ.....α
περνά από το χέρι μας για να χάσουμε την τόσο ακριβά πληρωμένη με αίμα λευτεριά μας.

Ο Λύκος και εμείς



Ο λύκος και εμείς
Λύκοι δεν υπάρχουν.
Μα και να υπήρχαν είναι τόσοι λίγοι που οι ζημιές τους είναι ασήμαντες
Το φόβο του λύκου τον διαδίδουν στα γιδοπρόβατα οι τσοπανοί.
Το κάνουν για να κρατάνε τα ζώα πειθαρχημένα και κάτω από την απόλυτη εξουσία τους
----Μη βγαίνεται έξω από το μαντρί, παραμονεύει ο λύκος.
Είναι κακός και τρώει μέχρι εκατό τη φορά.
Χτίζουν ψηλούς φράχτες για να μη βγαίνουν τα αρνιά έξω, έχουν σκυλιά τάχατες για τους λύκους μα στην ουσία για να προστατέψουν το βοιός τους από την αναρχία και τυχόν εξέγερση.
Δε μοιάζουν σε τίποτα με εμάς τους ανθρώπους που έχουμε σύνορα, στρατό αστυνομία , αλλά μόνο για το δικό μας καλό.
Αρμέγουν λοιπόν οι τσοπάνηδες,πουλάνε το γαλα, το τυρί το κρέας κονομιώνται και δόστου να σφάζουν, να τρώνε τα κοψίδια κατευχαριστημένοι που η ζωή τους τα μοίρασε σύμφωνα με τα συμφέροντά τους.
Ρίχνουν και κανένα κόκαλο στα σκυλιά που κουλουριασμένα στα πόδια τους τους κοιτάνε στα μάτια , κουνώντας την ουρά όλο ευγνωμοσύνη.
Μα δε θυμώνω με τους τσοπάνηδες.
Καλά κάνουν. Το συμφέρον τους κοιτάνε.
Ούτε με τα σκυλιά που ενώ είναι ζώα, καταπιέζουν άλλα ζώα.
Μπορεί και να σκέπτονται ΄ότι κάλιο σκυλί παρά προβατο.
Γίνομαι έξαλλος που τα γιδοπρόβατα τα έρμα δε νοιώθουν την κοροϊδία να ξεσηκωθούν.
Να σταματήσουν να επιτρέπουν τους τσοπάνηδες να τα αρμέγουν, να τα κουρεύουν να τους πουλάνε στα σφαγεία τα παιδιά τους και στο τέλος και τα ίδια.
Όταν ήμουν μικρός και πήγαινα σχολειό, μας μάθαιναν στο μάθημα της ζωολογίας πως το πρόβατο και το γίδι μας δίνουν το γάλα τους , το τυρί το μαλλί το κρέας και το δέρμα τους.
Από τότε αναρωτιόμουν πως γίνεται να σου δώσει κάποιος το κρέας του και το δέρμα του??
Γάλα και μαλλί εντάξει! Το καταλάβαινα.!! Αλλά το δέρμα και το κρέας τους??
Νομίζω πως είναι χαρακτηριστικό του πολιτισμού μας αυτό.
Τα λέμε και τα πιστεύουμε πως
Ο μεγα Αλέξανδρος δεν ήταν κατακτητής παρά εκπολιτιστής.
Οι κονκισταδόρες μεταφέραν τον υπέροχο δυτικό πολιτισμό στην Αμερικανική ήπειρο
Και βέβαια την “υπέροχη” χριστιανική θρησκεία.
Το ότι πέθαναν η πλειοψηφία των ιθαγενών , λεηλατήθηκαν οι θησαυροί τους και διαλύθηκαν οργανομένες κοινωνίες με εξαιρετικά επιτεύγματα στη διαχείριση και καλλιέργεια της γης το θεωρούμε συνεισφορά στον παγκόσμιο πολιτισμό.
Ένα πολιτισμό που με τη λύσσα για παραγωγή πλούτου (που τον καρπώνονται λίγοι βέβαια),
έχει φθάσει τον πλανήτη μας σε απόγνωση.
Ένα πλανήτη παράδεισο για λίγους και κόλαση για τούς πολλούς.
Που θα μπορούσε να είναι παράδεισος για όλους.

Τρέλες


















Η φωτό είναι στην Τιέν αν μεν μπροστά στην απαγορευμένη πόλη το 73-4 κάτω από τη Φωτό του “μεγάλου τιμονιέρη”



Το΄μπλοκ ειναι δικό μου και παραφράζοντας ένα φίλο όποια θέλω είναι η αλήθεια μου.
Το 73 βρέθηκα σα ναυτικός στη Καθέϊ- Κίνα και συγκεκριμένα στο Τιεντσίν λιμάνι του Πεκίνου.
Εκεί ερωτεύτηκα μια γκρενιέρισα (χειριστή γερανού).
“καβάλα στις μικρόσωμες κινέζες στις πυρόγες
μετάξι ανάριο τρίχωμα, τριανταφυλλένιες ρόγες”
λέει ο Καβαδίας
Ο νόμος ήταν τέτοιος που για να ζευγαρώσεις με Κινέζα έπρεπε να γίνεις Κινέζος.


Έμεινα περίπου 6 Μήνες εκεί.


Δούλεψα, έζησα, πήγα σε αρκετά μέρη της Κίνας.

Ήταν η πολιτιστική επανάσταση στη φούρια της.
Έφυγα στα Ιουλιανά με τη Κύπρο.

Ναμαι πάλι



Η φωτιά που έκαψε τα προηγούμενα ιστολόγια

Aίσχος


Αίσχος Του πολιτισμού μας
Ξεφτίλα της Κοινωνίας μας
Μαζική απεργεία πείνας
των φυλακισμένων .
Ζητάμε!!!



*** Αρση του αποκλεισμού επισκέψεων και αυτοψιών στους χώρους κράτησης από ανεξάρτητους φορείς.*
***Αποκλιμάκωση της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά.*
***Διαφάνεια και αιτιολογία στις αποφάσεις για άδειες, πειθαρχικές ποινές, μεταγωγές και καθιέρωση συστήματος ελέγχου.*
***Απόλυση όλων των κρατουμένων για χρηματικές ποινές, με βεβαίωση των οφειλόμενων ποσών στο δημόσιο ταμείο.*
***Αμεση μείωση του ανώτατου χρόνου προσωρινής κράτησης στους 12 μήνες.*
***Υλοποίηση, ενίσχυση και επέκταση των προβλεπόμενων εναλλακτικών ποινών, της κοινωνικής εργασίας και της ημιελεύθερης διαβίωσης.*

Φωλιά



Ν'αμουν ελιά στα Σάλωνα
και κλίμα στ Βοστίτσα
ν'άμουν και στην Αράχοβα
Δραγάτης στα κορίτσια
Να'χα φωλιά στο Παρνασσό
και στο Μοριά λημέρι
να φέρνει βλάχος το τυρί
βλαχούλα το χαμπέρι
Δημοτικό

Νεράϊδες και τσοπάνηδες.




Για Νεράϊδες¨η
Τα βάσανα των τσοπάνηδων

Ότι θυμάμαι από την αφήγηση της Γιαγιάς μου.
¨η ότι θυμάμαι χαίρομαι.


>Νεράιδες έχει κάθε λογιών.
>Της θάλασσας, πανέμορφες, λίγο άγριες, δυσπρόσιτες, εμφανίζονται τις νύχτες με βαριά καταιγίδα,ακόμα και με αστροφεγγιά, αλλά που δεν ακούστηκε να κάνουν κακό σε κανέναν.
>Κάνουν αυτό που θέλουν και ύστερα χάνονται. Και τι θέλουν??
>Συνήθως να χορέψουν στην αμμουδιά και πολύ σπάνια να κάνουν έρωτα με κάποιο τσοπάνη.
>Μετά έχουμε τις νεράιδες των πηγών και των ποταμών.
>Πιο αγαθά πλάσματα αυτά,πιο ήμερα.
>Ερωτιάρες,χορευταρούδες και τους αρέσει και το τραγούδι.
>Ο καθείς μπορεί να τις ακούσει τη νύχτα με γλυκό καιρό να τραγουδούν προ πάντων την άνοιξη μαζί με τα αηδόνια και τα κοτσύφια.
>Ακόμα και να χορεύουν μπορεί να τις πετύχεις στις ανοιχτωσιές και στα αλώνια.
>Πολλοί τσοπάνηδες και ξομάχοι παινεύονται πως κάποια νύχτα κάποια νεράιδα τους ερωτεύτηκε παράφορα.
>Δεν ακούστηκε ποτέ να κάμουν κακό σε θνητό.
>Αντίθετα χαρά μεγάλη είναι να τις δείς να χορεύουν, να τις ακούσεις να τραγουδούν ¨η ακόμα καλύτερο να πλαγιάσεις μαζί τους.
>Όλα αυτά τα ξωτικά αντιπαθούν τούς νοικοκυραίους..
>Είναι τόση η περιφρόνηση που δείχνουν σ'αυτούς που ποτέ δεν εμφανίστηκε καμιά τους σε νοικοκύρη.
>Γι'αυτό και οι “νοικοκυραίοι” και οι “σοβαροί άνθρωποι ”υποστηρίζουν με πάθος πως δεν υπάρχουν και όλα είναι παραμύθια.
>Απ' τη ζήλεια τους το κάνουν
Και μετά έχουμε και τις νεράιδες των πηγαδιών.
>Παράξενα, σκοτεινά πλάσματα, πανέμορφες βέβαια που μεταχειρίζονται την ομορφιά τους μαζί με χιλιάδες άλλα κόλπα να γελάσουν τσοπάνηδες και άλλους ξομάχους ¨η διαβάτες της νύχτας.
>Χωρίς να νοιάζονται για το κακό που προκαλούν τους σέρνουν στα ανήλιαγα λημέρια τους.
>Κανένας δεν ξέρει τίποτε για την τύχη αυτών των άτυχων.
>Λένε πως αφού τους γλεντήσουν σαν τις αρχαίες γυναίκες της Λήμνου, τους πνίγουν.
>Αν δεν μπορούν να σε πάρουν μαζί τους, “δεν τούς είναι βολετό” , θα σου πάρουν τη μιλιά ¨η τα μυαλά..
>Από αυτό και έχουμε τόσους νεραϊδοπαρμένους “οπως τους λέει ο λαός” στο τόπο μας.
>Ευτυχώς που αυτά τα σκοτεινά πλάσματα είναι λίγα,και έτσι γλυτώνουν αρκετοί άντρες,.
>Γιατί μάτια μου μόνο στους άντρες κάνουν κακό.
>Βέβαια τα τελευταία χρόνια οι νοικοκυραίοι παρόλο που φωνάζουν πως αυτά είναι μύθοι και να μη τους πιστεύουμε γεμίσανε την ύπαιθρο με φώτα νέον.
>Ξέρουμε δα πόσο τα ξωτικά μισούν το ηλεκτρικό φώς.
>Ανέχονται το λύχνο, άντε και τη λάμπα πετρελαίου μα δεν μπορούν το ηλεκτρικό.
>Ιδιαίτερα το νεον.
>Μου κάνει φοβερή εντύπωση το μίσος που έχουν οι “σοβαροί” και η εξουσία στα πλάσματα αυτά”της φαντασίας μας” όπως τα λένε..
>Τα πολεμούν με κάθε τρόπο με λύσσα παράλογη.
>Ευτυχώς που οι έφηβοι αρέσκονται να σπάνε τις λάμπες φωτισμού δοκιμάζοντας τις σφεντόνες τους.
>Και κάπως κρατιέται μια ισορροπία.
>Καί έτσι και εμείς οι μη νοικοκυραίοι βλέπουμε ακόμα από καμιά καί αν είμαστε τυχεροί μπορεί και να μας ερωτευτεί.
>Γιατί μάτια μου τί αξίζει η ζωή αν δεν σε ερωτευθεί έστω και μια νεράιδα??