Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

αναμνήσεις








Αναμνήσεις από τους παππούδες μας


Να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι
Να μη λέμε πως οι παλιοί ήταν καλύτεροι.


Μετά από πολλά χρόνια παραμονής στα ποτάμια τού Καναδά και της Αμερικής ήρθαν στο χωριό τα αδέρφια .
Εκεί στα ξένα γυρεύαν το σολομό, τη γαρίδα.
Όσα λεπτά βγάζανε με τα σαπιοκάικά τους τις καλές μέρες τα τρώγανε την εποχή που πιάνανε τα σουέλ.*
Όμως όπως κάνανε όλοι οι εξ Αμερικής ήρθαν στο χωριό από το επίνειο συντροφιά με τα όργανα.
Μεθυσμένοι και τούς συνόδευε το μισό χωριό.
Ίσως και να φοβούνταν τις γυναίκες τους όμως.
Μπροστά στον κόσμο αισθάνονταν πιό ασφαλείς.
Ο μπάρμπα Βαγγέλης ήταν τελείως άφραγκος και σακάτης.
Ο αδερφός του ο Γιωργάκης έφερε 30 χρυσά δολάρια.
Γιαυτό και του κολλήσανε στο χωριό το παρατσούκλι -Τριάντας-
Μ'αυτό πήρε ένα σαπιοκάραβο μικρό αλλά με άλμπουρο και προσπαθούσε να πορευτεί.
Και είχε άλμπουρο γιατί τότε δεν ήταν εύκολες οι μηχανές.

Πανάκριβες.
Με πλήρωμα τον αδερφό του και έναν άλλον -σακάτη- τον Αποστόλη .Λ. που τον καταστρέψανε οι μαλαφράντζες** και είχε φάει τα λεπτά του στα σπιτάλια*** στη ξενητιά για να γιατρευτεί.
Του είχαν μείνει βέβαια κουσούρι τα πρηζμένα γεννητικά του όργανα.
Πήγαιναν στο Λουτράκι και μέσα στο καΐκι αρχίζανε ατέλειωτες συζητήσεις για το τι ταξίδι θα κάναν και τι θα εμπορεύονταν.
--Να πάμε στο Ξεροχώρι για κρεμμύδια.
--όχι στο Όρος για ξυλεία
--Στα Σκάντζουρα για τυρί
---Στό Λουδία για σιτάρι
Γρήγορα βαριούνταν και αρχίζανε να οργανώνουν το ταξίδι της επιστροφής στην Αμερική.
Εκεί συμφωνούσαν όλοι.
Δύσκολα τα πράγματα στην Ελλάδα.
Οι γυναίκες είχαν μάθει να πορεύονταν μόνες τους.
Και τώρα που είχαν μεγαλώσει τα παιδιά μάλλον για βάρος τούς βλέπανε.
Τα παιδιά είχαν τραβήξει το δρόμο τους δε τούς χρειάζονταν.
---Να πάρουμε πολύ νερό
---Καί μπακαλιάρο “ο μπάρμπα Αποστόλης που τού άρεσε ο μπακαλιάρος”
Μετά βαριούνταν και το γυρίζαν στις θύμησες.
Αναμνήσεις αληθινές και ψεύτικες από τα ταξίδια τους
---Είδα ένα φίδι στο Καναδά”έλεγε ο μπάρμπα Αποστόλης” πελώριο,(και έδειχνε πάνω από δέκα μέτρα) με ένα κεφάλι τέτοιο. (και έδειχνε με τα δυό του χέρια )

Ανοιγόκλεινε τα σαγόνια του , να έτσι: ( και έδειχνε και με τις δυό του φούχτες.)
Οι άλλοι τον κορόϊδευαν.
---Στο Καναδά δεν έχει τέτοια φίδια.
Θύμωνε, έκανε να φύγει, του πέρναγε , ξανάρχονταν.
Αυτό γινόταν καθημερινά

Έτσι γεμίζανε τις μέρες τους
Με όνειρα και αναμνήσεις από τα παλιά
Μέχρι που το σαπιοκάραβο βούλιαξε μέσα στό λιμάνι και τα γερόντια σταμάτησαν να κατεβαίνουν στη θάλασσα και να ονειρεύονται ταξίδια και περιπέτειες.
Έμειναν στο χωριό και μαράζωσαν μέχρι που τους πήρε ο Χάρος.


*Σουέλ= κακοκαιρίες του ωκεανού.
**μαλαφράντζα=σύφιλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου