Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Οι καλικάντζαροι.








Οι καλικάντζαροι.


Όπως το έλεγε η μάνα μου σε μένα και στα παιδιά μου.

Παραμονή των Φώτων.
Η θειά το Σημινάκι σηκώθηκε παράωρα εκείνο το πρωί.
Είχαν συνεννοηθεί με τη θειά το Δεσποινάκι από το Μύλο να φουρνίσουν στο δικό της φούρνο τα ψωμιά.
Χήρες και οι δυό να μην καίνε δυο φούρνους, δεν ήταν δα και τα πολλά καρβέλια!
Είχε αναπιάσει το προζύμι από βραδύς και σηκώθηκε νύχτα να ζυμώσει .
Δεν πήρε είδηση πως λάθεψε την ώρα και πως ήταν ακόμα μεσάνυχτα και παίρνοντας την πινακωτή στον ώμο με τα ψωμιά , έφυγε από το Μαχαλά να ρθεί στο Μύλο να τα φουρνίσουν.
Στο τρίστρατο στο ρέμα τη πιάσανε οι καλικάντζαροι.
Μια παρέα διαφόρων μεγεθών ξωτικά με όρεξη να κάνουν σκανταλιές.
Ήταν ένας μεγάλος μαυριδερός αρχηγός και είχαν στη παρέα και ένα κουτσό καλικάντζαρο.
Τον είχε σημαδέψει ένας μυλωνάς με ένα δαυλί όταν πήγε να τον πειράξει.*
--Γριά θα μας πεις τραγούδι να χορέψουμε.
Η γριά φοβήθηκε. Τί να κάμει.?
Να τους πεί τραγούδι.
Πονηρή όμως σαν όλες τις γριές άρχισε να τους λέει (του λιναριού τα βάσανα και του Χριστού τα πάθη) που ήταν μεγάλο τραγούδι , μήπως και ξημερώσει στο μεταξύ και γλυτώσει.
---Το λιναράκι, το λιναράκι το σπεέρνανε, έλεγε η γριά.
--Το λιναράκι το σπέρνανε , οι καλικάντζαροι με πιό μπάσα φωνή.
Και δόστου να χορεύουν με τον μεγάλο καλικάντζαρο μπροστά και τον κουτσό στο τέλος.
--Το λιναράκι το βοτανιίζανε, η γριά.
Επαναλάμβαναν το ίδιο οι καλικάντζαροι.
---Το ποτίζανε, η γριά
Το θερίζανε.
Το βάζαν στο νερό.
Το μαγκανίζανε.
Το χτενίζανε.
Και όλη τη διαδικασία μέχρι το φυτό να γίνει ρούχο.
Οι καλικάντζαροι το καταδιασκέδαζαν χορεύοντας.**
Ακόμα και δυό φορές που λάλησε κόκορας δεν τους ένοιαξε.
-Μαύρος είναι κι'ας λαλεί.
Κα δόστου η γριά η πονηρή να μην τελειώνει το τραγούδι με το λιναράκι περιμένοντας να λαλήσει ασπροκέφαλος κόκορας ( προάγγελος της αυγής) και να φύγουν τα ξωτικά , να λευτερωθεί.
Μέχρι που λάλησε ο ασπροκέφαλος.
Ο μεγάλος καλικάντζαρος έδωσε αμέσως το σύνθημα .
--Φεύγετε να φεύγουμε, τι έρχεται ο παπάς με τον αγιασμό και η παπαδιά με το θερμό!
μη διευκρινίζοντας πιό από τα δυό φοβόταν περισσότερο.
--Τρεέχα κ'τσέ μη μας προλάβουν.
Μέχρι που μπήκαν στα καρυδότσουφλα που είχαν για βάρκες καί χάθηκαν από κεί που'ρθαν, τουλάχιστον μέχρι του χρόνου το δωδεκαήμερο.



*Είχε βλέπεις στο Κεραμωτό τα παλιά χρόνια ( τότε που ζούσαν αντάμα ανθρώποι και ξωτικά) νερόμυλο.
Παραμονή Χριστουγέννων ο μυλωνάς αφού σιγουρεύτηκε πως οι πέτρες του μύλου αλέθουν το κριθάρι σωστά (ούτε πολύ γρήγορα και βγεί το αλεύρι χοντρό, ούτε πολύ αργά και χασομερά) και όλα δουλεύουν ρολόι , σούβλισε ένα κομμάτι κρέας να το ψήσει στη παραστιά.
Τότε φάνηκε ένας μικρός μαυριδερός καλικάντζαρος που σε μια σούβλα από κλαδί είχε σουβλίσει ένα βάτραχο.
Κάθησε στο άλλο παραγώνι και άρχισε και αυτός να ψήνει το μεζέ του.
Όταν από το κρέας που ψηνόταν άρχισε να στάζει το λίπος και να μοσχοβολά , ο καλικάντζαρος ακουμπούσε το δικό του κοψίδι πάνω στο κρέας του μυλωνά για να πάρει νοστιμιά.
Ο μυλωνάς αφού του είπε μια δυό να μην το κάνει και ο καλικάντζαρος δεν άκουγε θύμωσε και τον σούβλησε με ένα δαυλί από τη φωτιά.
Από αυτό το περιστατικό ο καλικάντζαρος έμεινε κουτσός.
**Κάποιοι άλλοι που διηγούνται την ιστορία λένε πως σε μια στιγμή εκεί που χόρευαν γυμνοί (γιατί δεν ακούστηκε καλικάντζαρος να φορά ρούχα, και απαίτησαν και από τη γριά να γδυθεί) ο μεγάλος βαρέθηκε το τραγούδι της γριάς (για το λιναράκι, όλο τα ίδια και τα ίδια) και θέλησε να πεί και αυτός ένα τραγούδι.
Είπε λοιπόν το πιο κάτω με μπάσα βραχνή φωνή βλέποντας τη γριά τσίτσιδη .
-Όσοι πειρασμοί κι'αν είδα , ΄τέτοιο πειρασμό δεν είδα
γύρω γύρω μουστακιές και στη μέση αχειλαριές.
Αλλά για αυτό όρκο δε παίρνω.
Μπορεί να είναι κακοήθειες πού λέγονται στα χωριά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου