Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

ΟΙ ΚΟΥΡΣΑΡΟΙ.

[απ'τή μάνα μ'απ'τ' γιαγιά τ'ς]

-Δ...

ΟΙ ΚΟΥΡΣΑΡΟΙ.

[απ'τή μάνα μ'απ'τ' γιαγιά τ'ς]

-Δύο βίγλες φύλαγαν το χωριό. Μία πάνω απ 'τό Λουτράκι και η άλλη στ' Τριπύλα. Ακόμα λέγονται βίγλες τά μέρη αυτά. Ειδοποιούσαν τον κόσμο γιά τ'ς κουρσάρ'. Το χωριό ήταν χτισμένο για άμυνα. Αν σπάζαν τήν κάτω πόρτα τού σπιτιού έφευγες άπ' την επάνω. Κι’ όλο σοκάκια και στροφές.
Όλο στενά. Ιδανικό για άμυνα. Μόνο αιφνιδιασμό φοβόταν. Γι ‘αυτό φίλαγαν
τις βίγλες με βάρδιες. Βλέπαν τα κουρσάρικα και χτυπούσαν συναγερμό.
-Ποιος ξέρει πόσες φορές δοκίμασαν και φάγαν τά μούτρα τους. Γι ‘αυτό
κάναν σχέδιο .Βγήκαν αρκετοί στη μουρτιά με βάρκα "δε φαίνεται
άπ' τίς βίγλες " και θα κούρσευαν το χωριό απ' τα μέσα.
-Κι' όχι ότι είχε ασήμια και μαλάματα αρκετά . Είχε όμως κορίτσια και
παλικάρια για τα σκλαβοπάζαρα τού Τούνεζι καί τής Μπαρμπαριάς.
-Φόβος και τρόμος .Από ΄κεί καί η κατάρα.
--Σ΄Μπαρμπαριά χωρίς ναύλο.
--Μπαρμπαριά καί Τούνεζι.
-Σ'Γυαλί πού πέρασαν είχε τό σπιτοκαλυβό του ένας γέρος μέ μία γριά.
Πιός θυμάται ονόματα; .Σούρουπο μπήκαν στο σπίτι[ο θεός νά τό κάμει
σπίτι].Η γριά είχε ανάψει τ'παραστιά νά βράσει μάραθα.
--Καλώς τά παιδιά! .Καθίστε νά κάνουμε μεζέ, νά πιείτε ένα κρασί και
ύστερα φεύγετε.
-Έσφαξε η γριά δύο κότες, έφερε ελιές, ζυμωτό κρίθινο ψωμί και έβγαλε
ο γέρος κρασί απ'τή καρούτα, καί μέχρι νά νυκτώσει πού βόλευε τ'ς
κουρσάρ',στρώθηκαν κάτω καί πίνανε.
-Θές νυστκοί,θές κουρασμένοι οιπειρατές;θές τό κρασί πολύ γερό;
[ξέρ'ς δά τί κρασιά έβγαζε τότες η Γλώσσα μπρούσκα 15-16 βαθμοί
όλο Καρτσιωτκα και Κουμιώτκα σταφύλια,μετά ήρθαν τά Λημνιά].
μέθυσαν οί πειρατές καί τ'ς πήρε ο ύπνος.
-Περνει τό ζβανά ο γέροςκαί κοβουν μέ τή γριά τό στύλο στή μέση τού
σπιτιού,τόν δέσανε,τόν τραβήξαν καί τ'ς πλάκωσε μέσα.
-κι'έτσι σώθκει τό χωριό.
Τά σπίτια τότε δέν είχαν κεραμίδια. Ενα στύλο στή μέση όρθιο, ξύλα
άπο πάνω σάν βολίκια ,κλάρες πλατάνια ,φτέρες ,κομό [φύκια]καί
μετά χώμα κόκκινο πολύ γιά νά κρατά τό νερό.Οταν έβρεχε ανέβεναν
καίτό πατούσαν μέ τά πόδια γιά νά στρακώσει.Ειταν δηλαδη ταράτσες.
-Η καρούτα ήταν τετράγωνη άρχαια κάδη πού έσφιγκε μέ ξύλα καί σφήνες.
_Τό μούστο τόν ρίχναν μέσα μέ τά στέφλα καί αφού έβραζε καί τόν
πατούσαν κάθε μέρα μέ τ'βουλιαχτήρα όταν ψηνόταν τόν σκεπάζαν μέ
κομό καί κοκκινόχωμα καλά νά μήν αναπνέει. Εβγαζε κρασί πολύ αδρήκαί δυνατό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου