Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Η παντελονού. [Άπ΄τή μάναμ΄γιά πριν το 1900]

Ας μάς σχωρέσνει οι πεθαμένοι κι΄άς μάς ζπαθίσνει οι ζωντανοί.
-Δεκαεννιά χρονών,κούκλα.Η πιο όμορφη στο κάτω κλήμα.
<>
-Ο άντρατς΄έφκει για τ΄ν Αμερική. Κατάρα κι΄΄αυτη για το τόπο.
-Πάενε στη βρύση, στα Πλατανάκια ¨η τ΄ς Καραντουγλίνας για νερό
κι΄΄ελαμπε ό τόπος.<αβδέλες και γώ πήγα και κοίταξα κι΄είδα όμορφες κοπέλες.>>.
-Όμως βράχος. Δικαιώματα δεν έδινε.Τή φθόνησαν. Θέλαν να τής κάνουν
κακό. Περίμεναν την ευκαιρία.
-Στη γιορτή τού Αι΄Νικόλα στο Λουτράκι την είδε ό τελώνης.
τρελάθηκε.Τήν κυνηγούσε στη βρύση πού πάενε για νερό, αλλού, παντού,
όλο μπροστά της τον εύρισκε. Αυτή ανένδοτη.
-Πιασαν την ευκαιρία οι ρουφιάνες και στήσανε σχέδιο.
-Αρί καίγεται για σένα, αρί λιών΄γιά σένα, αρί πεθαίνει.?
Πες πες πολύ θέλ'; Τη πείσανε να τον συναντίσει.Μέχρι ότι θα αυτο-
κτονήσει τής είπαν. [Το κρίμα στο λαιμό σου το παλικάρι.]
Δέχτηκε.Τήν ντύσαν με παντελόνια τάχατες να μη τη γνωρίσουν
και πήγε να τον συναντήσει.
-Την είχαν καλά στημένη τη δουλειά. Νά τη πομπέψουν.
Τη βάλαν καβάλα στο γάιδαρο ανάποδα,κτυπούσαν τις καμπάνες τής
Αγιά Ανάργυρης, και με πυρσούς ,δαυλιά,φανάρια,φωνές και τραγούδια
τή γύριζαν σόλο το χωριό να τη ξευτιλήσουν.
-Να μη μάς κάνει τή σπουδαία.
-Πέρασαν κι΄΄απ΄τό σπίτι τού πεθερούτης.
-Αυτός λυπήθηκε το κορίτσι, τα νιάτα, το πόνεσε.Βγήκε έξω με το ντου-
φέκι του.
-Αϊ τσακσθήτεκαί φευγάτε απ΄οδώ.Αφίστε το κορίτσι ήσυχο.
-Πήρε το κορίτσι αγκαλιά, το πήγε σπίτι.
-Δεν τής είπε ποτέ τίποτα,ούτε τη μάλωσε.-Τής έμεινε όμως το παντελονού

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου