Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Παραμύθι: Η γριά και η νεράϊδα

Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη
δος της κλότσο να γυρίσει , παραμύθι να αρχινήσει


Τα παλιά χρόνια ήταν δυο γριές γεροντοκόρες που ζούσαν μαζί.
Μια μέρα που το βασιλόπουλο έκανε βόλτα με τ'αλογό του στις γειτονιές
η μια γριά τον είδε και τον ερωτεύθηκε. Της κόλλησε να τον παντρευτεί.
Γκρίνιαζε συνεχώς στην αδελφή της να της τον κάνει προξενιό.
Αυτή είδε κι'απόειδε και έκανε σχέδιο. Την έβαλε να πιπιλάει το μικρό της
δακτυλάκι για να κάμει επιδερμίδα και η ίδια έβραζε κανέλα και έχυνε
τα νερά στο δρόμο. Σαράντα μέρες γινόταν αυτή η δουλειά.
Πέρασε το βασιλόπουλο απ' τη ρούγα, και του'κανε εντύπωση η μοσχοβολιά
της κανέλας. Ρώτησε πολλούς, ρώτησε και τη γριά για τη μυρωδιά.
-Αχ παιδάκι μ' έχω μια μικρή ανιψιά και χύνω τα κατουρά της στη ρούγα.
Θες η μοσχοβολιά, θες η περιέργεια, θες τα νιάτα αποφάσισε να την
παντρευτεί. Ζήτησε λοιπόν να τη δει. Το έθιμο τότε δεν άφηνε το γαμπρό
να δει τη νύφη. Παρόλα αυτά η γριά κάτι θά'δειχνε στο βασιλόπουλο.
Έβαλε την αδερφή της να βγάλει το μικρό της δάχτυλο απ' τη κλειδαρότρυπα.
Σαράντα μέρες το'χε πιπιλίξει,τού άρεσε. Και σύντομα έγινε ο γάμος.
Η νύφη κουκουλωμένη όπως ήταν το έθιμο.
Το βράδυ πού πέσανε στο κρεβάτι με σβηστά φώτα άπλωσε το παλικάρι το
χέρι του. «-Αχ τα παϊδάκια μ', αχ η μέση μ', αχ πονώ , αχ δε μπορώ».
θύμωσε ο νιος και την πέταξε απτό παράθυρο στο κήπο. Εκεί κρεμάστηκε
απτό βρακί σένα τσαρπάλι μιας λεμονιάς.
Τα μεσάνυχτα βγήκαν οι νεράιδες να βολτάρουν στο κήπο και το τι γέλιο
κάνανε με τη γριά δε λέγεται. Μέχρι και μια νεράιδα που'χε χρόνια να
γελάσει, τής λύθηκε ο αφαλός απ' τα γέλια. Όταν συνήρθε τη ρώτησε τι θέλει
να της κάνει που την έκανε και γέλασε. Αυτή ζήτησε να την κάμει κορίτσι.
Η νεράιδα την έκανε.
Το πρωί που ξύπνησε το βασιλόπουλο, είδε ένα πανέμορφο κορίτσι στο κήπο.
Το πήρε στο παλάτι κι'αχίσαν τα παιχνίδια.
Η άλλη γριά θέλησε να μάθει πως και έγινε νέα κι' όμορφη.
-Θα πας στο χασάπη να σου αλλάξει το δέρμα το μέσα όξω κι'έτσι θα γίνεις.
Μόνο όσο και να πονάς θα σκέπτεσαι πως μπρος τα κάλλη τι είναι ο πόνος.
Πήγε λοιπόν η γριά στο χασάπη και τού'πε. -Όσο και να φωνάζω εγώ εσύ θα
συνεχίζεις. Πόναγε η γριά αλλά σκεπτόταν το μπρος τα κάλλη τι είναι ο
πόνος και έτσι έκανε υπομονή. Έτσι πέθανε η γριά και το ζευγάρι
έζησε αυτό καλά κι'μείς καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου