Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Παραμύθι: άτζα μάνα.

-Δεν είχαν παιδιά. Μαράζι είχαν. Παρακαλούσαν, εύχονταν. Ένα παιδί.
Θα πεθάνουμε μαγκούφηδες.
Μια μέρα πόνεσε η άντζα του «η γάμπα». Πρήστηκε. Κάθε μέρα και περισσότερο.
Έγινε χοντρή σα κολοκύθι. Εκεί που περπατούσε στο κτήμα σκίστηκε
σένα βάτο και βγήκε ένα παιδί. Χαρά ευτυχία. Το πήρε σπίτι, κορίτσι
ήταν. Το ντύσανε, το ντάντευαν, γέμισε η ζωή τους.
Ένα πρωί που 'παιζε στην αυλή το πήρε ένας αϊτός. Το πήγε στη φωλιά του
στη κορυφή απ' ένα ψηλό κυπαρίσσι. Εκεί έμεινε χρόνια, μεγάλωσε, έγινε
κοπέλα. Πανέμορφη. Στη ρίζα του κυπαρισσιού είχε μια βρύση με νερό.
Πέρασε το βασιλόπουλο να ποτίσει τ'αλογό του. Αυτή πέταγε κυπαρισσόμηλα
στο νερό, τρόμαζε τ'άλογο δεν έπινε. Ξαφνιάστηκε το βασιλόπουλο, τι
τρομάζει τ'άλογο; Κοίταζε πάνω δεν έβλεπε τίποτα, κρυβόταν αυτή.
Την είδε στο νερό που καθρέπτιζε. Την ερωτεύτηκε. Τη παρακάλαγε να
κατεβεί, αυτή τίποτα. Γύρισε το βασιλόπουλο στο παλάτι κι'έπεσε να
πεθάνει. Αχ και βαχ. Έρεψε. Μαθεύτηκε το μυστικό.
Μια γριά ρουφιάνα λέει στο βασιλόπουλο: "Θα τη κατεβάσω εγώ."
Πήρε ένα κόσκινο ένα σκαφίδι, κι'ένα γουρούνι και πήγε στο κυπαρίσσι.
Έβαλε το σκαφίδι ανάποδα, έλυσε το γουρούνι κι'έπιασε να κοσκινίζει
απ' την ανάποδη το κόσκινο. Χυνόταν απέξω τ'αλεύρι και το'τρωγε το
γουρούνι. Το κορίτσι δε κρατήθηκε.
-Αλλιώς κυρά το κόσκινο, αλλιώς και το σκαφίδι
και δέσε το γουρούνι σου να μη σου τρώει τ'αλέυρι.
-Τι'είπες πλάκι'μ', δεν ακούω, κατεύα λίγο παρακάτ'να μ'το πεις.
Ξανά το κορίτσι από πιο χαμηλά.
-Δεν ακούω κοπέλα μ' γέρασα η έρ'μ', έλα λίγο παρακάτ' να καταλάβω.
Και πιο παρακάτ', κι δείξε μου πώς; κι'όταν κατεύκει να τ'σ δείξ'
να το βασιλόπουλο και τ’ν έπιασε.
Μετά φυλακή τ'ν έβαλε; τ'ν παντρεύκει; δε ξέρω να σας πω.
Ξέρω όμως το τραγούδι πού'λεγε.
-Ανζα μάνα ,βάτος μαμή, αϊτός με πήρε, φωλιά τ' με πήγε, γριά νταρντάνα
με γέλασε, .σ’βασιλειού τα χέρια μ’έδωσε.

Από τη μάνα μου, απ' τ' γιαγιά τ'ς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου