Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Η ΔΟΥΛΑ

Πάνω απ' το καναλάκι στο λούκι είχε πεζούλα. Εκεί μαζεύονταν οι νέοι
του χωριού να δουν τα κορίτσια με τα κανάτια και τ'ς λαϊνες.
παένανε για νερό. Κι'να δουν τα παιδιά να κάμν'ι τον έρωτα.
Με τα μάτια.
Από τα μάτια πιάνεται
στα χείλη κατεβαίνει
κι'απο τα χείλη στη καρδιά
ριζώνει και δε βγαίνει


Από πάνω σπίτια. Σένα απ' αυτά «με τον ορνό» έμενε μια γριά.
Ο γιος της της είχε υπηρέτρια, είχε τον τρόπο του. Ήταν απ' τους πλούσιους
του χωριού. Μικρή τσαχπίνα. τα'μπλεξε μένα νεαρό. Κάναν τον έρωτα με τα
μάτια. Μια βραδιά ανέφκει στον ορνό «άγρια συκιά».Βγήκε το κορίτσι στο
μπαλκόνι. Να πάρν'ι το φιλί, τ'ν αγκαλιά γκρεμοτσακστίκανε σ'ακάτ'.
Τ'ς'όσπασε τα παΐδια.
Την άλλη μέρα στο χωριό τα νέα κυκλοφορήσαν με δίστιχο.
Δεν ξαναπάω στον ορνό
δε κάθουμε σ'πεζούλα
μου ρίξανε την αβανιά
πως γκρέμισα τη δούλα.

Ορνός= άγρια συκιά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου