Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Αγροτικές εργασίες.


Μια ολόκληρη μέρα ήθελε να ετοιμάσει τα εργαλεία του ο « μπάρμπας ο Γιωργάκης ο Τριάντας». Τον έλεγαν έτσι γιατί είχε φέρει τριάντα δολάρια όλα κι όλα μετά από τόσα χρόνια στη ξενητιά. Σε αντίθεση με τον αδερφό του Βαγγέλη πού είχε ρθεί άφραγκος. Να τροχίσει το σβανά*, τα κλαδευτήρια** του, το τσικί***, να τα τυλίξει με πανί, να τα βάλει με προσοχή στο ντρουβά****, να μη χαλάσει η κόψη τους. Είχε και αυτός φάει τα νιάτα του στις Αμερικές στα ποτάμια να ψαρεύει γαρίδες.. Όσα δούλευαν το καλοκαίρι, το χειμώνα δεν είχε δουλειά και τα τρώγανε,. Ερχόντουσαν στο χωριό λαλέδες» χωρίς χρήματα» και σαράβαλα από τις υγρασίες. Λίγοι φέρνανε λεπτά. Οι πιο πολλοί ερχόντουσαν άφραγκοι.. Μπορούσαν λοιπόν δεν μπορούσαν, έπρεπε να πάνε στο χτήμα. Να κάνουν δουλειά. Φοβόντουσαν και τη γκρίνια της γυναίκας τους. Φοβερές γυναίκες αυτές. Δούλευαν σαν άντρες, έπιναν σαν άντρες και άμα χρειαζόταν μάλωναν και σαν άντρες. Απ’ ότι φαινόταν τίποτα δεν τους έλειπε. Και τα μουστάκια μουστάκια. Είχαν μάθει να ζουν μόνες τους. Να αναθρέψουν τα παιδιά, να καλλιεργήσουν το χωράφι, τα αρνιά «δυο- τρεις προβατίνες» να βοσκήσουν, να κάνουν τις δουλειές στο σπίτι και να ξενυχτήσουν με τον αργαλειό να βρακώσουν τα παιδιά που τους άφησε ο άντρας τους φεύγοντας για Αμερική.
Πέρναγε λοιπόν ο μπάρμπα Γιωργάκης να πάει στη Παρασκευά στο χτήμα του και φώναζε καλημέρα στον αδερφό του το Βαγγέλη. Αυτός τον καλούσε να πιούν καφέ πρώτα . Φώναζαν και τον μπάρμπα Νικολάκη τον Καζαμία, ξεχνιόντουσαν με τη κουβέντα και περνούσε η μέρα, είχαν του κόσμου τις ιστορίες να πουν. Από τότε που ψάρευαν στις εκβολές του Μισισηπή. Για τότε πού κόλλησαν το σκάφος το αλιευτικό στις λάσπες, Για τότε που για ένα χοντρό αστείο κυνηγούσε ο ένας τον άλλον με το τσεκούρι για τον τάδε γνωστό που μείνανε τα κόκαλα του στη ξενιτιά.
Αργά το μεσημέρι τα γερόντια, νικημένοι από τη πείνα και την κούραση της κουβέντας και των αναμνήσεων γυρνούσαν σπίτι να υποστούν τη γκρίνια των γυναικών τους.



*Σβανάς: πριόνι για αγροτικές εργασίες λίγο γυριστό.
**κλαδευτήρι: εργαλείο για το κλάδεμα του αμπελιού.
***τσικί: μαχαίρι που δίπλωνε και το παίρνανε μαζί τους οι αγρότες για μπόλιασμα.
****ντρουβάς: Τρίχινος μικρός σάκος που κρεμόταν με λουρί από τη πλάτη του αγρότη. Έβαζε τα εργαλεία του και το ψωμί του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου