Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Ο Ξομπλάκιας

Τρεις κόρες είχε ο μπάρμπα Ταρλαλές θεός 'χωρέστον.
Τον έλεγαν έτσι γιατί όλο έψελνε. Είχε μάθει μαραγκός στο «Όρος» και ψαλτική. Φτωχός. Παινευόταν όμως: «Οι κόρες μου κάθονται στο τραπέζι και με το
βασιλιά και με το γύφτο
». Όμορφες και προκομμένες. Δούλευαν τά’ργαλιά μέρα νύχτα. Ξένα. Γέμιζαν οι πολίτσες γαζέτες. Η μεγαλύτερη της παντρειάς, χωρίς προίκα. Την ερωτεύθηκε ο Ξόμπλος «Χριστόδουλος». Από μεγάλο τζάκι.

Ο πατέρας του παλιός κουρσάρος παράτησε το επάγγελμα και αγόρασε το τσιφλίκι στη Κατακαλού. «Είχαν πιάσει, λένε, ένα καΐκι Αγιορείτικο με τα δοσίμια των μετοχιών προς τα μοναστήρια και αφού σφάξανε τους καλογέρους το διαγουμίσανε.». Τη νύχτα είδε να βγαίνει απ΄τη κασέλα φωτιά και να τον κυνηγά. Έχτισε και ένα σπίτι, έκανε και χρυσή την εικόνα της Παναγιάς να συγχωρεθεί, κι'έγινε αγρότης.

Πέθανε όμως νωρίς. Τα παιδιά μικρά. Ο μεγάλος τα πήρε όλα. Όταν ο μεγάλος αρραβωνιάστηκε ο Ξομπλάκιας κατέυκε απ'το καπναδόκο κι'έκλεψε τ'ς λίρες απ΄βαΪα τσ΄νύφ΄ς
Μια πιθαμή άνθρωπος όλο διαβολιά. Περνούσε κι΄΄εκανε τον έρωτα στη μεγάλη κόρη του μπάρμπα Ταρλαλέ. Γέμιζε τις τσέπες του γαζέτες και τις βροντούσε να δείχνει πλούσιος. Ή φώναζε κάποιο μικρό να του πάρει εφημερίδα, που διαβάζανε οι άρχοντοι, Κι’άς μην ήξερε γράμματα. Και τον φίλευε επιδειχτικά.

Αυτή δεν ενέδιδε, στο ύψος της, δεν πρόσβελνε τον πατέρα της. Της έστελνε παντρολογίστρες.
-Αρή καίγεται για σένα, κατέυα λίγο παρακάτ΄να σε δει.
-Αμ΄έχω φστάνα, πως να βγω έξω;
-Και δώσ' του να της στέλνει φ'στάνες, και πασούμια, κι ποδιές, και δώσ' του
δε πάενε.
-Αρή λίγο να σε δει καίγονται τα σωθικά τ’.

Αυτή τίποτα.
- Σιγά μη σ'έπερνα άμα ερχόσν'ι, της είπε όταν παντρεύτηκαν.
- Σιγά μη δε τό ξερα, τ'απάντησε αυτή.


Είχε πάει κι'σ'ν Αμερική ο Ξομπλάκιας. Στη μάχη τού Γκέτεζμπουρκ είχε μαγαζί. Πουλούσε στους στρατιώτες τσο ταμπάκο και τσιγκόμια. Για να μη τον ληστεύουν ανέβαινε και κοιμόταν σένα ψηλό δέντρο και τράβαγε και το μαγαζί επάνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου