Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ

Το χειμώνα η οικογένεια καθόταν στη παραστιά*. Οι παππούδες στα παραγώνια** και οι άλλοι στη μέση. Μπροστά τους στρώνανε και το σοφρά «χαμηλό στρογγυλό τραπεζάκι» και εκεί τρώγανε. Τα παιδιά στριμώχνονταν μέσα στους μεγάλους, πειράζοντας το ένα το άλλο και τρώγοντας καμιά με τη μασιά***. Οι μεγάλοι ψήνανε σύκα, ελιές και κάνανε μεζέ, οι γυναίκες πλέκανε κάλτσες και γνέθανε νήμα με τη ρόκα. Πολλές φορές έρχονταν και κάποια φιλική οικογένεια. Τα λεγόμενα νυκτέρια. Φωτισμό από λάμπα πετρελαίου, και πιο παλιά λύχνο λαδιού.
Το φως της λάμπας να κάνει σκιές στους τοίχους και να παίρνει στα μάτια των παιδιών μυθικές διαστάσεις. Οι παππούδες να μας λένε ιστορίες για φαντάσματα, καλικαντζάρους, στοιχειά και τέρατα.
Η γουρούνα με τα δώδεκα γουρουνάκια που έπαιρνε την ψυχή όποιου την έβλεπε, οι νεράιδες που βγαίνουν στις πηγές και παίρνουν τη λαλιά των ανθρώπων, ο αράπης που τρώει παιδιά κ. α.
Αν έκανε πολύ κρύο άφηναν και τη γάτα του σπιτιού να’ρθεί κοντά. Συνήθως στριμωχνόταν κάτω από το σκαμνί της γιαγιάς για προστασία από τα παιδιά και ρουθούνιζε.
Αν έκανε πολύ κρύο βγάζανε και μαγκάλι.
Στα εργαλεία του τζακιού , ήταν και το καβουρντιστήρι. Ήταν ένα μεταλλικό , κυλινδρικό κουτί, περασμένο σε μια μεγάλη σούβλα. Καβούρντιζαν τον καφέ όταν είχαν «η ρεβίθι- κριθάρι στις φτώχιες. Ήταν τέχνη το καβούρδισμα.
Συνήθως το ανελάμβανε η πιο έμπειρη γειτόνισσα. Βοηθούσαν όμως όλες στη γειτονιά. Μετά απολάμβαναν και το φρέσκο καφέ
Τα παιδιά παίζανε στα σοκάκια. Από τον Απρίλη μήνα ξυπόλυτα. Σόλες κάνανε τα πόδια μας. Ούτε αγκάθια , ούτε κολλιτσίδες καταλαβαίναμε.
Μέχρι το βράδυ παιχνίδι. «πρώτη ελιά, αμπάριζα, τσελίκι, τ’ς μάνας το λουρί,
Βεζύρι» Η πιο όμορφη ώρα του παιχνιδιού το βράδυ.
- Λίγο ακόμα, ένα λεπτό, μια στιγμή απαντούσαμε , που μας φώναζαν από το σπίτι, μέχρι να τις αρπάξουμε και να μαζευτούμε.
Να μας ρίξουν νερό με τη κατσαρόλα να πλύνουμε τα πόδια μας, να νιφτούμε και να καθίσουμε για το βραδινό φαγητό.


Μια που δεν ήταν καλή νοικοκυρά, λιγουρεύτηκε να φάει ένα από τα κυδώνια τα κρεμασμένα στη παρανταριά**** της γειτόνισσας.
-Τώρα που θα πάμε επίσκεψη στη γειτόνισσα, να κλαις και να ζητάς κυδώνι, είπε στο παιδί της.
Εκείνο ξέχασε και φώναζε.
-Μάνα θέλω από κείνο που είπες.
- Άντε μη σου ρίξω καμιά και φουσκώσει ο κόλο σου σαν κυδώνι.
-Μάνα θέλω κυδώνι, θέλω κυδώνι, θέλω κυδώνι.


Από τις ιστορίες που λέγανε στα νυχτέρια

Σήμερα τζάκι
** Οι άκρες του τζακιού.
*** Εργαλείο για τη φωτιά.
****.Το λένε και πάτερο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου